Διεκδίκηση περιουσίας μετά το διαζύγιο

Η άποψη του γραφείου μας για τα Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο στον Ελεύθερο Τύπο
07/04/2015
Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Ε.Π.Ε.)
Η μη εμπρόσθεμη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών στον εργαζόμενο
09/04/2015

Διεκδίκηση περιουσίας μετά το διαζύγιο

Διεκδίκηση περιουσίας μετά το διαζύγιο ή αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα γάμου

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η μέση κρατούσα  κοινωνική αντίληψη ότι μετά το διαζύγιο  και οι  δύο σύζυγοι δικαιούνται «εκ του νόμου» και χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση το 50% της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου αποτελεί σαφή διαστρέβλωση της ελληνικής νομοθεσίας. Η θρυλούμενη αυτή αντίληψη έχει καλλιεργήσει πολλές προσδοκίες στα ζευγάρια τα οποία καταφεύγουν σε διαζύγιο κατ’αντιδικία ότι μπορεί ο καθένας τους να διεκδικήσει και να πάρει το μέρος της περιουσίας που επιθυμεί το οποίο κατά την άποψή τους μπορεί να ανέρχεται ακόμη και στο 50% χωρίς προϋποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση πρέπει  να διευκρινιστεί ότι επί της αρχής είναι διεκδικήσιμη η όποια κινητή ή ακίνητη περιουσία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους και για την απόκτηση αυτής συνέβαλαν  καθοριστικά ο ένας ή και δύο σύζυγοι σύμφωνα με τις προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει ο νόμος.    

Β. ΟΙ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΓΑΜΟΥ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, “Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή”.     

Γ. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ

ΑΓΩΓΗ ΑΞΙΩΣΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΓΑΜΟΥ

Από την ανωτέρα  διάταξη , λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι: 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται , κατά την προαναφερθείσα  διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Προς τούτο σημειώνεται  ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.  Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Η έλλειψη δε αυτή (αναφορά του υπερβάλλοντος ποσού από την αποτίμηση των υπηρεσιών) καθιστά την αγωγή νομικά αβάσιμη (ΑΠ 430/2002, 1678/2005).

Δ. ΤΟ ΜΑΧΗΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΣΤΟ 1/3 ΣΤΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β’ του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του δικαιούχου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ’ ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή. Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Ως εκ τούτου, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο προς το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση είναι μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).         

Ε. ΟΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ ΑΚΥΡΕΣ

Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη και το δικαίωμα άσκησης αυτής καταρχήν δεν κληρονομείται.

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Τέλος η εν εξελίξει δικαστηριακή εμπειρία η οποία είναι βασισμένη στις ad hoc περιπτώσεις συζυγικών περιουσιακών διαφωνιών έχει αποδείξει ότι για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα απόκτησης μεριδίου περιουσίας εκεί όπου υπάρχει σημαντική αύξηση, απαιτούνται προσεκτικοί  χειρισμοί  τόσο σε επίπεδο συμβουλευτικό και ενδεχόμενης διαμεσολάβησης όσο και σε επίπεδο δικαστηριακό. Η εν θερμώ διεκδίκηση των εν λόγω περιουσιακών δικαιωμάτων χωρίς την απαραίτητη νομική προετοιμασία μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη ακόμη και δίκαιων αιτημάτων του συζύγου που διεκδικεί την αυτονόητη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας.