Η μη εμπρόσθεμη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών στον εργαζόμενο

Διεκδίκηση περιουσίας μετά το διαζύγιο
09/04/2015
Bank
Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών
10/09/2015

Η μη εμπρόσθεμη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών στον εργαζόμενο

Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Ε.Π.Ε.)

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι σχέσεις εργοδότη – εργαζόμενου υπήρξαν διαχρονικά θυελλώδεις και «σφυρηλατημένες» σε μία διαρκή αντιπαράθεση αλλά και σε διαρκή καχυποψία αν και με την πάροδο του χρόνου το θεσμικό πλαίσιο σαφούς οριοθέτησής τους συνεχώς βελτιωνόταν. Η αντιπαράθεση αυτή δεν ήταν απόρροια μόνο ιδεολογικής διαμάχης αλλά και κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Αμφότερες οι πλευρές από τη στιγμή που θεωρούσαν ότι έχουν εκπληρώσει στο ακέραιο τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προσπαθούσαν να κερδίσουν κάτι παραπάνω για τα συμφέροντά τους. Είναι προφανές ότι τις περισσότερες φορές αυτό το κατάφερνε η πλευρά του εργοδότη ούσα και πιο ισχυρή εξ’ αντικειμένου.

Ιδιαίτερα σήμερα στις κρατούσες συνθήκες μεγάλης οικονομικής καχεξίας που συνεπάγονται μικρό κύκλο εργασιών για επιχειρήσεις και εργοδότες και κατ’ επέκταση συρρίκνωση των εισοδημάτων των εργαζομένων η κρίση στις σχέσεις αυτές επιτείνεται, αφού ο μεν εργοδότης έχει ταμειακές δυσχέρειες να πληρώσει τον εργαζόμενο ο δε εργαζόμενος δεν έχει άλλο τρόπο να βιοπορίσει τον εαυτό του και την οικογένειά του. Με πρόσχημα τη δυσμενή αυτή συγκυρία έχουν δυστυχώς παρατηρηθεί και πολλά φαινόμενα εργοδοτών οι οποίοι συστηματικά προχωρούν σε μη εμπρόσθεμη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών στους εργαζόμενους ή δεν τους καταβάλλουν καθόλου για πολλούς μήνες για να πετύχουν στο τέλος ένα καλό συμβιβασμό «συμψηφισμού» των οφειλών τους σε αυτούς τον οποίο και εν τέλει πετυχαίνουν.

Με αφορμή τους λόγους αυτούς παρατίθεται παρακάτω το θεσμικό πλαίσιο το οποίο εγγυάται την προστασία του μισθού και οι τρόποι άμυνας του εργαζομένου απέναντι στον εργοδότη.

Στις διατάξεις των άρθρων 648,649 και 653 ΑΚ θεμελιώνεται η υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή του μισθού προς τον εργαζόμενο, ως αντιπαροχή για τον παρεχόμενο από αυτόν εργασία. Συγκεκριμένα το άρθρο 648 ΑΚ ορίζει: «Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό.»

ΤΡΟΠΟΙ ΑΜΥΝΑΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ

Β. ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

  1. Προσφυγή στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Ε.Π.Ε.)

Είθισται ως πρακτική σε ένα πρώτο εξωδικαστικό επίπεδο η προσφυγή του εργαζόμενου στο τοπικό Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας προκειμένου να γνωστοποιηθεί το πρόβλημα της μη εμπρόθεσμης καταβολής του μισθού του στις αρμόδιες υπηρεσίες του Σώματος είτε για να επιτευχθεί επίλυση της συγκεκριμένης εργατικής διαφοράς μεταξύ αυτού και του εργοδότη αναφορικά με την εφαρμογή και τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και να επιβληθούν τυχόν διοικητικές κυρώσεις στον Εργοδότη όπως αυτές αναλυτικά ορίζονται στους ν. 3846/2010 (Α΄66) και ν.3996/2011 (Α΄170)«περί αναμόρφωσης του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις»  όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, είτε  για να κινήσει όλες τις απαραίτητες διαδικασίες υποβολής μήνυσης εναντίον του εργοδότη (εφόσον διαπιστωθεί φυσικά τεκμηριωμένη αξιόποινη πράξη) με στόχο να ασκηθεί η ποινική δίωξη εναντίον αυτού και να επιβληθούν οι προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις σύμφωνα με το ΑΝ. 690/1945 .

Πιο συγκεκριμένα για την ποινική προστασία της αμοιβής της εργασίας, ισχύει η διάταξη της παρ.1 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει , σύμφωνα με την οποία: « 1. Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. τουΚ.Π.Δ.».

  1. Επίσχεση Εργασίας

Ο μισθωτός μπορεί να απέχει από την εργασία του, μέχρι να του καταβληθούν οι νόμιμες ληξιπρόθεσμες μισθολογικές αποδοχές του  ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας (άρθρο 325 ΑΚ)  για τις βάσιμες μισθολογικές αξιώσεις του ,  χωρίς ο εργοδότης να μπορεί να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης γίνεται αυτοδικαίως υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου, εφόσον αποκρούει την προσφορά του χωρίς παράλληλα να μπορεί πρακτικά να προβεί σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εργαζόμενου που ασκεί το προαναφερθέν δικαίωμα. Σημειώνεται ότι το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, λόγω της νομικής ιδιομορφίας του, πρέπει να ασκείται προσεκτικά από τον εργαζόμενο αξιολογώντας τις κατά περίσταση συνθήκες διότι πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος αντί να αποτελέσει αυτό ασπίδα προστασίας και άμυνά του να καταστεί καταχρηστικό και να οδηγήσει σε δυσμενείς συνέπειες γι’ αυτόν. Ενδεικτικά, και προς αποφυγή του κινδύνου καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, αναφέρονται ως προαπαιτούμενα: α) η έγκυρη σύμβαση εργασίας, β) η μη αμφισβήτηση των οφειλών που απορρέουν από τις μισθολογικές παροχές και γ) η άσκηση του δικαιώματος εντός του πλαισίου της καλή πίστης και των συναλλακτικών ηθών όπως αυτά προσδιορίζονται κατά νόμο και νομολογία. 

Γ. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΩΝ

 

  1.  Άσκηση Αγωγής.

Ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει σχετική διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών στο αρμόδιο καθ’ύλην δικαστήριο (Ειρηνοδικείο ή Μονομελές Πρωτοδικείο), με αίτημα την  καταβολή των καθυστερούμενων αποδοχών  από τον εργοδότη, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και άρα  απαιτητές οι δεδουλευμένες αποδοχές.

  1. ΑΣΚΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΓΙΑ

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΜΙΣΘΩΝ

Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι το ένδικο βοήθημα το οποίο επιλέγεται για την προσωρινή ρύθμιση  κατάστασης εφόσον υπάρχει επιγενόμενος κίνδυνος  για ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημία. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 728 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει προσωρινά, ως ασφαλιστικό μέτρο, εν όλω ή εν μέρει, απαιτήσεις καθυστερούμενων τακτικών ή εκτάκτων αποδοχών, οποιασδήποτε μορφής ή αμοιβών ή αποζημιώσεων που οφείλονται από την παροχή εργασίας ή εξόδων που έγιναν με αφορμή την εργασία, μισθών υπερημερίας ή αποζημίωσης για παράνομη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή για εργατικό ατύχημα ή που οφείλεται από τη σύμβαση εργασίας ή λόγω παραβάσεώς της.

Προϋπόθεση της υποβολής της σχετικής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, η οποία δεν διακόπτει την παραγραφή των απαιτήσεων, είναι η πιθανολόγηση από το Δικαστήριο επείγουσας περίπτωσης, δηλ. ύπαρξη άμεσου και επικείμενου κινδύνου είτε για τη διαβίωση του εργαζόμενου είτε λόγω του φόβου της αποξένωσης του εργοδότη από τα περιουσιακά του στοιχεία, με συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας μελλοντικής ικανοποίησης του εργαζόμενου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 729 του ίδιου Κώδικα, το ποσό που επιδικάζεται προσωρινά δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά το μισό της πιθανολογούμενης απαίτησης.

Με την ίδια διαδικασία και προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτελεστότητα της απόφασης ως προς το σκέλος όχι μόνο το δικονομικό αλλά και το ουσιαστικό, ήτοι της τελικής ικανοποίησης του εργαζόμενου μπορεί να ζητηθεί η συντηρητική κατάσχεση περιουσίας του εργοδότη δηλ η προσωρινή απαγόρευση διάθεσης της περιουσίας του εργοδότη μέχρι να εκδοθεί οριστική τελεσίδικη απόφαση η οποία θα επιλύει τη κυρία διαφορά.